τσέρλα, η [‘tserla]: διάρροια. [τσιρλ(ώ) -α (αναδρ. σχημ.) < *τσιλώ (ανάπτ. [r] 😉 < ελνστ. τιλῶ `έχω διάρροια΄ με ισχυροπ. της άρθρ. [ti > tsi] ].
τσέρλα, η [‘tserla]
από
Ετικέτες:
τσέρλα, η [‘tserla]: διάρροια. [τσιρλ(ώ) -α (αναδρ. σχημ.) < *τσιλώ (ανάπτ. [r] 😉 < ελνστ. τιλῶ `έχω διάρροια΄ με ισχυροπ. της άρθρ. [ti > tsi] ].
από
Ετικέτες: