Ετικέτα: ΠΑΡΑΓΩΓΗ

  • αμπάριζα, η [a’mbariza]

    αμπάριζα, η [a’mbariza]: ομαδικό παιδικό παιχνίδι ανοιχτού χώρου [ίσως, αλβ. ambares(e) -α]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αμολιέμαι [amo’ʎeme]

    αμολιέμαι [amo’ʎeme]: δεν υπολογίζω κάποιον: ‘Αμόλα’ (σε κάποιον που δεν δίνουμε σημασία) [αμολ(ώ) -ιέμαι < βεν. mola (προστ. του molar ‘χαλαρώνω το παλαμάρι΄) > μόλα > ρ. μολώ και με ανάπτ. προτακτ. α- από συμπροφ. με τα ρηματ. μόρια να, θα και ανασυλλ. [na-mol > namol > n-amol] ή ιταλ. ammolla (προστ. του ρ. ammollare […]

  • αλισβερίσι, το [alizve’risi]

    αλισβερίσι, το [alizve’risi]: εμπορική συναλλαγή: ‘Δεν θέλω αλισβερίσα μαζί του’ [τουρκ. alιşveriş -ι· ανάπτ. [i] για διάσπ. του συμφ. συμπλ.]. Και: https://ilialang.gr/αλισιβερίσι-το/ Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ακούτρουφας, ο [a’kutrufas]

    ακούτρουφας, ο [a’kutrufas]: το κεφάλι. [α+ κούτρ(α) -ουφας]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Όπως και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αλαλιάζω [ala’ʎazo]

    αλαλιάζω [ala’ʎazo], -ομαι: φέρνω κπ. σε κατάσταση διανοητικής σύγχυσης, ταραχής και αδυναμίας, παλαβώνω, τρελαίνω: ‘Αλάλιασα’ (τρελάθηκα). [άλαλ(ος) -ιάζω]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αζίκι, το [a’ziki]

    αζίκι, το [a’ziki]: το δώρο συγγενών για το τραπέζι του γάμου. [τουρκ. azik -ι]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • αδυνάστεια, η [aði’nastça]

    αδυνάστεια, η [aði’nastça]: τα αδύναμα μέλη μιας οικογένειας (π.χ. τα ορφανά). [α- +δυναστεί(α) -α]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • αζάπικος [a’zapikos]

    αζάπικος, -η, -ο [a’zapikos]: απείθαρχος, ανυπότακτος: ‘Είναι αζάπικο παιδί’ [αραβ. ’azab’ ‘γενίτσαρος’ + -ικος. H λ. στο Meursius]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αγριγιάδα, η [aγri’ʝaða]

    αγριγιάδα, η [aγri’ʝaða]: αγριάδα: ‘Γιόμισε ο τόπος αγριγιάδα’. [<επίθ. άγρ(ιος) + κατάλ. γιάδα]. Και: https://ilialang.gr/αγριάδα-η/

  • αγουρόλαδο, το [aγu’rolaðo]

    αγουρόλαδο, το [aγu’rolaðo]: το λάδι από άγουρες ελιές: ‘Σκέτο αγουρόλαδο το φετινό λάδι’. [άγουρ(ος) –ο- λάδ(ι) -ο]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • αγουστιάτης, ο [aγu’stʝatis]

    αγουστιάτης, ο [aγu’stʝatis]: είδος σταφυλιού. [α(υ)γουστ(ος) –ιάρης]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • αγλείφω [a’γlifo]

    αγλείφω [a’γlifo]: γλείφω. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • αγκουσέβουμαι [aŋgu’sevume]

    αγκουσέβουμαι [aŋgu’sevume]: α. στεναχωριέμαι πολύ. β. ζεσταίνομαι. γ. έχω δυσφορία. [αγκούσα -έβουμαι< βεν. angossa ([o > u] από επίδρ. του υπερ. [g])]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αβασκαντούρι, το [avaska’nduri]

    αβασκαντούρι, το [avaska’nduri]: βότανο για το ξεμάτιασμα, αμάτιαστο. [λόγ. < αρχ. βάσκανος ‘που ασκεί μαγεία, κακόβουλος’, fr αβάσκαντος w. suff -ούρι]]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αβέρτικος [a’vertikos]

    αβέρτικος, -ια, -ο [a’vertikos]: απλόχερος. [αβερτ(οσύνη) ‘απλοχεριά’ -ικος]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αβανιά, η [ava’ɲa]

    αβανιά, η [ava’ɲa]: δυσκολία, στεναχώρια, η συκοφαντία. [τουρκ. avan -ιά, αραβ. ̒awān (Kαραποτόσογλου 1983: 359-66). H λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ.]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αστρίτης, ο [a’stritis]

    αστρίτης, ο [a’stritis]: αρσενική οχιά. [άστρ(ο) -ίτης]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Όπως και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • αποφόρι, το [apo’fori]

    αποφόρι, το [apo’fori]: φθαρμένο ρούχο το οποίο δόθηκε σε κάποιον άλλο. [αποφορ(ώ < απο- φορώ) -ι (αναδρ. σχημ.)].

  • ανέγγιαγος [a’neɟaγos]

    ανέγγιαγος, -η, -ο [a’neɟaγos]: αυτός που δεν ανέχεται άγγιγμα. [άγγιαχτος, επίθ.· ανέγγιαχτος].

  • αλαλάγγιαχτος [alaꞋlaɟaxtos]

    αλαλάγγιαχτος, -η, -ο [ala’laŋɟaxtos]: ευαίσθητος: ‘Αυτή είναι αλαλάγγιαχτη!’ [ίσως, από το αρχ. αλαλαγμός ‘θόρυβος’ -ιαχτος]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i