Ετικέτα: ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

  • βροδολόϊ, το [vroðo’loi]

    βροδολόϊ, το [vroðo’loi]: συνεχόμενες δυνατές βροντές. [βροντ(ή) -ολόι]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βρομίστρα, η [vro’mistra]

    βρομίστρα, η [vro’mistra]: το χοντροκομμένο άχυρο της βρόμης. [βρόμ (η) + -στρα]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • βρούβα, η [‘vruva]

    βρούβα, η [‘vruva]: (συνήθ. πληθ.): διάφορα αυτοφυή χόρτα και βλαστοί φυτών που τρώγονται. [αβέβ. ετυμ.· πιθ. σχετ. με λατ. – ιταλ. volva (REW 9442, DEI) ή λατ. ulva (REW 9042). Η λ. στο Du Cange (η) και σήμ.].

  • βρούντζος, ο [‘vrundzos]

    βρούντζος, ο [‘vrundzos]: η χρυσόμυγα. [αρχ. βροῦντζος]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • βουρλίμι, το [vu’rlimi]

    βουρλίμι, το [vu’rlimi]: είδος φυτικού σπάγκου που χρησιμοποιείται για το δέσιμο των εμβολίων στα δέντρα, τα μπόλια.

  • βούτα, η [‘vuta]

    βούτα, η [‘vuta]: α. αρπαγή. β. το δοχείο των σιδεράδων που το χρησιμοποιούσαν για να βάφουν. γ. ξύλινο δοχείο για τα τσίπουρα. δ. το βούτηγμα της μπουκιάς: ‘Έκανα κάτι βούτες στο φαί’. [βουτ(ώ) -α]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • βραγιά, η [vra’ʝa]

    βραγιά, η [vra’ʝa]: α. το καθένα από τα καλλιεργημένα τμήματα κήπου που είναι φυτεμένος με άνθη ή λαχανικά. β. φυσικός φράχτης κήπου. γ. (μτφ.) κομμάτι από κάτι: ‘Έφαγε μια ολόκληρη βραγιά από το γλυκό στο ταψί’ (μεγάλη ποσότητα) [ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) bra(ia) -ιά]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βρακοζώνα, η [vrako’zona]

    βρακοζώνα, η [vrako’zona]: ζώνη που συγκρατούσε το βρακί γύρω από τη μέση [βρακοζών(ι) μεγεθ. -α· μσν. βρακοζώνι < βρακ(ί) -ο- + ζών(η) υποκορ. -ι(ον)]. Όπως και: https://ilialang.gr/βρακοζώνι-το/ Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i Και: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βουνό, το [vu’no]

    βουνό, το [vu’no]: (μτφ.) μεγάλη πέτρα. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • βουρλιά, η [vu’rʎa]

    βουρλιά, η [vu’rʎa]: δέσμη αποξηραμένων σύκων [βούρλ(ο) –ια]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βολύμι, το [vo’limi]

    βολύμι, το [vo’limi]: το μολύβι. (Κανελλακόπουλος).

  • βορρός, ο [vo’ros]

    βορρός, ο [vo’ros]: περιφραγμένος χώρος για την διαμονή των ζώων. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βούζα, η [‘vuza]

    βούζα, η [‘vuza]: α. κοιλιά φουσκωμένη. β. μεγάλο βατράχι. γ. χαρακτηρισμός για παχουλή γυναίκα: ‘Ετούτη είναι βούζα’. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • βουή, η [vu’i]

    βουή, η [vu’i]: α. ταχύτητα. β. (μτφ.) ζημιά: ‘Επαθα βουή’ [αρχ. βοή· τροπή [o > u] από επίδρ. του χειλ. [v] ή ηχομιμ.]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βούκιθρο, το [‘vukiθro]

    βούκιθρο, το [‘vukiθro]: θάμνος που βγάζει μικρά ροζ μπουμπουκάκια.

  • βουλή, η [vu’li]

    βουλή, η [vu’li] (συνήθ. πληθ.): θέληση, απόφαση: ‘Έβαλε βουλή να με μάθει γράμματα’. [αρχ. βουλή ‘απόφαση ύστερα από σκέψη΄]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βοϊδοσούρτης, o [voiðo’surtis]

    βοϊδοσούρτης, ο [voiðo’surtis]: ο κλέφτης βοδιών. [βό(ι)δ(ι) –ο- σέρνω]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βοϊδοτσάρουχο, το [voiðo’tsaruxo]

    βοϊδοτσάρουχο, το [voiðo’tsaruxo]: υπόδημα από δέρμα βοδιού. [βό(ι)δ(ι) –ο- τσαρούχ(ι) -ο]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • βολκός, ο [vo’lkos]

    βολκός, ο [vo’lkos]: είδος πρόχειρης παγίδας από ξύλα και κλαδιά που την τοποθετούν στο βυθό ποταμιού ή λίμνης για να παγιδεύσουν ψάρια. (Κανελλακόπουλος).

  • βοϊδόγλειμα, το [voi’ðoγlima]

    βοϊδόγλειμα, το [voi’ðoγlima]: (μτφ.) τούφα μαλλιών που είναι κολλημένη πάνω στο κεφάλι καλύπτοντας το μέτωπο. [βόιδ(ι) -ο- γλεί(φω) -μα]. Και: https://ilialang.gr/βοϊδογλειψιά-η-voidoγlipsca/