Ετικέτα: ΟΥΔΕΤΕΡΟ ΓΕΝΟΣ

  • ζερζέκι, το [ze’rzeki]

    ζερζέκι, το [ze’rzeki]: α. έξυπνος, πανούργος. β. πειραχτήρι: ‘Τι ζερζέκι είναι αυτός’ (Πόσο πειραχτήρι είναι). Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ζάπισμα, το [‘zapizma]

    ζάπισμα, το [‘zapizma]: χτύπημα. [ίσως, τουρκ. zâbit ‘αστυνομικό όργανο’ -ισμα].

  • ζαγάρι, το [za’γari]

    ζαγάρι, το [za’γari]: α. κυνηγετικό σκυλί· κυνηγόσκυλο, λαγωνικό. β. (μτφ., προφ.) χαρακτηρισμός προσώπου, συνήθ. περιφρονητικός και σπανιότερα εγκωμιαστικός· (πρβ. σκυλί): ‘Φύγε από δω βρε ζαγάρι’. [μσν. ζαγάρι < ζαγάρι(ο)ν ‘κυνηγόσκυλο΄ < τουρκ. zağari < αραβ. sakar]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ζακόνι, το [za’koni]

    ζακόνι, το [za’koni]: συνήθεια, ελάττωμα: ‘Έχει και το ζακόνι της κουτσομπόλας’. [σλαβ. zakonă -ι (Meyer, NS II 27). Λ. ζάκανον το 10. αι. (LBG). Η λ. στο Du Cange (ιν) και σήμ. λαϊκότρ.]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ζαλίκι, το [za’liki]

    ζαλίκι, το [za’liki]: φορτίο στους ώμους (συνήθως, από ξύλα). [ζαλ(ώνω) -ικι]. Βλ. επίσης: https://ilialang.gr/wp-admin/post.php?post=13999&action=edit Και: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • έχει του, το [‘eçi tu]

    έχει του, το [‘eçi tu]: έχει τον τρόπο του, δηλαδή έχει περιουσία: ‘Μην τον φοβάσαι αυτούνον. Έχει το έχει του!’. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • ζα, τα [za]

    ζα, τα [za]: τα ζώα. [ζώα]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i Και: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • έργατα, τα [‘erγata]

    έργατα, τα [‘erγata]: ξύλινη κατασκευή από ραβδιά για την τοποθέτηση άχυρων. [έργ(ο) -ατα]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ερμολόι, το [ermo’loi]

    ερμολόι, το [ermo’loi]: χαμένο, έρημο: ‘Το ‘χασα το ερμολόι’. [<ουσ. ειρμός + λόγιον. Η λ. στο Du Cange και σήμ. (ο)]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • έντριτο, το [‘edrito]

    έντριτο, το [‘edrito]: δάνειο με τόκο. [<έκφρ. έν(α) τρίτο(ν) (πβ. Κατσουρός, ΕΜΑ 5, 1955, 55, κ.α.). Η λ. σε έγγρ. του 16. και 17. αι.]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • ενί, το [e’ni]

    ενί, το [e’ni]: το υνί του αλετριού. [μσν. *υνίον < ελνστ. ὕν(ιον) -ίον υποκορ. του ελνστ. ὕνις ἡ]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • δυναμάρι, το [ðina’mari]

    δυναμάρι, το [ðina’mari]: στήριγμα, υποστήριγμα [μσν. δυναμάρι(ν) < δύναμ(η) -άρι απόδ. ιταλ. fortezza]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • δρομόνι, το [ðro’moni]

    δρομόνι, το [ðro’moni]: κόσκινο μεγάλο με φαρδιές τρύπες. [πιθ. σχετ. με το ουσ. δρομώνιον (10. αι., LBG) <ουσ. δρόμων (ορθότ. γρ. ώνι)· πβ. Ανδρ. και Δαγκ., λ. δερμόνι. Ο τ. κ.ά., καθώς και η λ. (Du Cange, Somav., λ. ώνι), και σήμ. ιδιωμ. (Δαγκ.)].

  • δρεπάνι, το [ðre’pani]

    δρεπάνι, το [ðre’pani]: γεωργικό εργαλείο που αποτελείται από μία κοντή ξύλινη λαβή, όπου είναι προσαρμοσμένη μία στενή και ημικυκλική ατσάλινη λεπίδα, και που το χρησιμοποιούν, κρατώντας το με το ένα χέρι, για να κόβουν δημητριακά ή χόρτα. [μσν. δρεπάνι(ν) < ελνστ. δρεπάνιον υποκορ. του αρχ. δρέπανον]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i  

  • δρολάπι, το [ðro’lapi]

    δρολάπι, το [ðro’lapi]: ραγδαία βροχή με δυνατό άνεμο· ανεμοβρόχι. [μσν.(;) *υδρολαίλαψ, αιτ. -απα & υποκορ. *υδρολαιλάπιον με αποβ. του αρχικού άτ. φων. και απλολ. [lela > la] < αρχ. ὑδρο- + λαῖλαψ = λαίλαπα]. Βλ. επίσης: https://ilialang.gr/wp-admin/post.php?post=14161&action=edit

  • δισάκια, τα [ði’saca]

    δισάκια, τα [ði’saca]: υφαντοί ενωμένοι σάκοι που κρεμούσαν στον ώμο για την σπορά με τα δύο χέρια. [δισάκιον το· δισάκι· δισάκιν ‘Διπλός σάκος, ταγάρι’ < μτγν. ουσ. δισάκκιον. Ο τ. ι στο Meursius (λ. ιον) και σήμ.]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • δίστρατο, το [‘ðistrato]

    δίστρατο, το [‘ðistrato]: το σημείο όπου διχάζεται ένας δρόμος ή όπου συναντιούνται δύο δρόμοι. [μσν. δίστρατον < δι- + στράτ(α) -ον]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • διφόρια, τα [ðiforʝa]

    διφόρια, τα [ði’forʝa]: δέντρα που καρποφορούν δύο φορές το χρόνο [αρχ. επίθ. δίφορος]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • δόκανο, το [‘ðokano]

    δόκανο, το [‘ðokano]: είδος παγίδας για τη σύλληψη ζώων, που αποτελείται από δύο μεταλλικά οδοντωτά σκέλη (σιαγόνες), που κλείνουν με ελατήριο και πιάνουν το ζώο συνήθ. από το πόδι: ‘Πιάστηκε στο δόκανο’. [ελνστ. *δόκανον (πρβ. ελνστ. δοκάνη ‘διχαλωτός πάσσαλος για στήσιμο διχτυών΄, δόκανα τα ‘όρθιες παράλληλες μπάρες ενωμένες στις άκρες΄)]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • δράμι, το [‘ðrami]

    δράμι, το [‘ðrami]: παλαιότερη μονάδα βάρους, το ένα τετρακοσιοστό (1/400) της οκάς. [αντδ. < μσν. δράμι(ον) < αραβ. dirhem ( [-ém] ) με μετάθ. του [r], κατά τη σημ. του τουρκ. dirhem ( [-ém], μετακ. τόνου;) < αρχ. δραχμή ‘μικρή μονάδα βάρους, δραχμή΄]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf