Ετικέτα: ΘΗΛΥΚΟ ΓΕΝΟΣ
-
μπαμπόγρια, η [ba’mboγria]
μπαμπόγρια, η [ba’mboγria]: η κακιά γριά. [μπάμπ(ω) -ο- + γριά].
-
μπάλια, η [‘baʎa]
μπάλια, η [‘baʎa]: προβατίνα με ασπρόμαυρο πρόσωπο.
-
μπακράτσια, η [ba’kratsça]
μπακράτσια, η [ba’kratsça]: η καρδάρα. [τουρκ . bacraç -ια]. Όπως και: https://ilialang.gr/μπακράτσι-το/
-
μπακούρω, η [ba’kuro]
μπακούρω, η [ba’kuro]: η χαζή, η άμυαλη γυναίκα, η χοντροκαμωμένη. [τουρκ. bakir ‘παρθενικός’ (από τα αραβ.) -ω].
-
μουτσούνα, η [mu’tsuna]
μουτσούνα, η [mu’tsuna]: το πρόσωπο, η φάτσα. [μσν. *μουτσούνα (πρβ. μσν. μούτσουνον, χονδρομουτσούνα) < μσν. μουσούνα ( [t > ts] ) < ιταλ. (νότ. διάλ;) musone ‘που κάνει γκριμάτσες για να δείξει δυσαρέσκεια’ ( [o > u] από κλειστή προφ. του [o] στα ιταλ.) θηλ. κατά το φάτσα· μουτσούν(α) -άρα].
-
μούσκα, η [‘muska]
μούσκα, η [‘muska]: η γίδα με το γκρίζο μονόχρωμο τρίχωμα.
-
μουσίτσα, η [mu’sitsa]
μουσίτσα, η [mu’sitsa]: α.μύγα. β. πονηρός. [ίσως τουρκ. mus(a) ‘ξυράφι’ -ίτσα].
-
μουρχούτα, η [mu’rxuta]
μουρχούτα, η [mu’rxuta]: το βαθύ πιάτο. [αρχ. μουχρούτιν -α ‘μεγάλη βαθιά πήλινη λεκάνη όπου τοποθετούσαν φαγητό’].
-
μουργέλα, η [mu’rγela]
μουργέλα, η [mu’rγela]: α. μύγα που πηγαίνει στα ζώα. β. (μτφ.) βαρεμάρα: ‘Με έπιασε μια μουργέλα’.
-
μούργα, η [Ꞌmurγa]
μούργα, η [‘murγa]: α. το κατακάθι του λαδιού. β. η μελαμψή γυναίκα. [αντδ. < λατ. amurga (αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ. [mia-amu > miamu > mia–mu] ) ή μέσω του ιταλ. murga < αρχ. ἀμόργη (ίδ. σημ. καθώς και όν. σχετικής βαφής)].
-
μουγγαμάρα, η [muŋga’mara]
μουγγαμάρα, η [muŋga’mara]: η απόλυτη σιωπή: ‘Τον έπιασε μουγγαμάρα’. [μουγγ(ός) -αμάρα].
-
μόστρα, η [‘mostra]
μόστρα, η [‘mostra]: α. δείγμα εμπορεύματος: ‘Τα ‘έβαλε εκεί για μόστρα’. β. η φάτσα: ‘Θα μου χαλάσει τη μόστρα’ (την εικόνα κπ.) [μσν. μόστρα ‘στρατιωτική επίδειξη, δείγμα εμπορεύματος΄ < ιταλ. mostra ‘παρουσίαση, επίδειξη, βιτρίνα΄]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
μονοβύζα, η [mono’viza]
μονοβύζα, η [mono’viza]: το ζώο που έχει ένα στήθος. [μον(ό) -ο- βυζ(ί) -α].
-
μεσαριά, η [mesa’rʝa]
μεσαριά, η [mesa’rʝa]: α. χωράφι που δεν έχουν σπείρει μεταξύ άλλων σπαρμένων. β. ενδιάμεση δίοδος, δρόμος. [μέσ(ος) -αριά].
-
μεσάντρα, η [me’sandra]
μεσάντρα, η [me’sandra]: το χώρισμα των δωματίων με σανίδες. [μέσ(ος) +(μ)άντρα]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
μεσάλα, η [me’sala]
μεσάλα, η [me’sala]: το τραπεζομάντηλο. [λατ. mensale ‘τραπεζομάτηλο’ -α]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
μεριά, η [me’rʝa]
μεριά, η [me’rʝa]: το μέρος, ο τόπος: ‘Στη δική μου τη μεριά δεν τα κάνουμε αυτά τα πράματα’. [μσν. μερέα με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < μέρ(ος) -έα > -ιά].
-
μασιά, η [ma’sça]
μασιά, η [ma’sça]: εργαλείο για το ανακάτεμα της φωτιάς. [τουρκ. maşa (αραβ. mihassa) με ανάλ. του ş σε sι].
-
μαρτίνα, η [ma’rtina]
μαρτίνα, η [ma’rtina]: γίδα ή προβατίνα που έχουμε για τις ανάγκες του σπιτιού.
-
μαρμίτα, η [ma’rmita]
μαρμίτα, η [ma’rmita]: το χρήμα: ‘Έδειξε τη μαρμίτα του για να μας κάνει τον αφέντη’. [ ιταλ. marmitta ‘είδος μεταλλικού σκεύους, η χύτρα’ < γαλλ. marmite].