Ετικέτα: ΘΗΛΥΚΟ ΓΕΝΟΣ
-
ρούντζα, η [‘rundza]
ρούντζα, η [‘rundza]: ο θυμός: ‘Έριξε ρούντζα κι έφυγε!’ Βλ. επίσης: http://www.matesi.gr/ro.html Όπως και: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html
-
ρουμπελιά, η [rube’ʎa]
ρουμπελιά, η [rube’ʎa]: ρεύμα από νερό που σχηματίζεται μετά από έντονη βροχή .
-
ρουκέλα, η [ru’kela]
ρουκέλα, η [ru’kela]: α. κουβαρίστρα. β. είδος παιχνιδιού.
-
ρόγα, η [‘roγa]
ρόγα, η [‘roγa]: η αμοιβή που δίνεται σε κτηνοτρόφο για τη φύλαξη και τη βοσκή ζώων, για ορισμένη περίοδο. [μσν. ρόγα ‘ελεημοσύνη, απλοχεριά’ < ρογ(εύω) ‘διανέμω’ -α (αναδρ. σχημ.) < λατ. erog(o) ‘πληρώνω’ -εύω με αποβ. του αρχικού άτ. φων.].
-
ρέχτη, η [‘rexti]
ρέχτη, η [‘rexti]: το τμήμα της στέγης που εξέχει από τον τοίχο του οικήματος. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
ρέγουλα, η [‘reγula]
ρέγουλα, η [‘reγula]: ομαλός και κανονικός ρυθμός κατά την εκτέλεση πράξης, ενέργειας κτλ.: ‘Έπιναν το κρασί τους αργά αργά και με ρέγουλα’. [μσν. ρέγουλα < παλ. ιταλ. regula]. Πηγή: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
πύρα, η [‘pira]
πύρα, η [‘pira]: θερμότητα που προέρχεται από ακτινοβολία: ‘Πήρα την πύρα μου’. [μσν. πύρα < πυρ(ώνω) -α (αναδρ. σχημ.)].
-
πουλακίδα, η [pula’kiða]
πουλακίδα, η [pula’kiða]: α. νεαρή κότα. β. (μτφ.) η ζωηρή κοπέλα. [πουλάκ(ι) -ίδα].
-
ποριά, η [po’rʝa]
ποριά, η [po’rʝa]: πρόχειρη πόρτα στο μαντρί. [λόγ. < αρχ. πόρος -ιά ].
-
πιτσούνα, η [pi’tsuna]
πιτσούνα, η [pi’tsuna]: μικρό καρβελάκι σε σχήμα σαΐτας.
-
πηλάλα, η [pi’lala]
πηλάλα, η [pi’lala]: το τρέξιμο: ‘Έριξα μια πηλάλα!’. [πηλαλ(ώ) -α (αναδρ. σχημ.) < ίσως < αρχ. ἐπήλασα αόρ. του ἐπελαύνω ‘καλπάζω εναντίον’]]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
πάχνη, η [‘paxni]
πάχνη, η [‘paxni]: η πρωινή παγωμένη δροσιά. [αρχ. πάχνη].
-
παστρικιά, η [pastri’ca]
παστρικιά, η [pastri’ca]: η καθαρή γυναίκα. [παστρικ(ός) -ιά].
-
παλουκαριά, η [paluka’rʝa]
παλουκαριά, η [paluka’rʝa]: φράκτης από παλούκια, σχιζάρια. [μσν. παλούκι(ν) -αριά < *παλούκιον < υστλατ. *paluceus κατά τα υποκορ. σε -ιον < λατ. pal(us) υποκορ. -uceus]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
παδέλα, η [pa’ðela]
παδέλα, η [pa’ðela]: α. στρογγυλό πήλινο σκεύος. β. (μτφ.) χαρακτηρισμός για γυναίκα με πλατύ πρόσωπο. [ίσως < ισπ. paella ‘μεταλλικό τηγάνι με δύο χειρολαβές’]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
όστρια, η [‘ostria]
όστρια, η [‘ostria]: ο νότιος άνεμος. [παλ. ιταλ. ostra (-ια ίσως από επίδρ. της λ. νοτιά)].
-
οματιά, η [oma’tça]
οματιά, η [oma’tça]: φαγητό με έντερα χοίρου.
-
ξύστρα, η [‘ksistra]
ξύστρα, η [‘ksistra]: εργαλείο για την αποτρίχωση κυρίως των αλόγων. [ξυσ- (ξύνω) -τρα (πρβ. αρχ. ξύστρα ‘ξυστήρα του μπάνιου’)· ξυστήρ(ι) μεγεθ. -α].
-
ντρίτσα, η [‘ndritsa]
ντρίτσα, η [‘ndritsa]: το ψάθινο καπέλο. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/955-lekseis-pou-xanontai-k-o
-
ντεμέλα, η [de’mela]
ντεμέλα, η [de’mela]: μαξιλαροθήκη. [βεν. intemela]. Βλ. επίσης: https://ilialang.gr/προσκεφαλάδα-η-proskefalada/