Ετικέτα: ΘΗΛΥΚΟ ΓΕΝΟΣ
-
τέμπλα, η [‘tembla]
τέμπλα, η [‘tembla]: α. το μακρύ ξύλο για το ρίξιμο ελαίων, καρυδιών και αμυγδάλων. β. (μτφ.) αδύνατος άνθρωπος. [<μσν. τέμπλον < λατιν. templum].
-
ταμτέλα, η [tam’tela]
ταμτέλα, η [tam’tela]: δαντέλα.
-
στρόκλα, η [‘strokla]
στρόκλα, η [‘strokla]: η στροφή του μονοπατιού.
-
στερνή, η [ste’rni]
στερνή, η [ste’rni]: τα τελευταία χρόνια κάποιου. [μσν. υστερνός με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < υστερινός (συγκ. του άτ. [i] ) < αρχ. ὕστερ(ος) -ινός]. Και: https://ilialang.gr/στερνό/
-
στέρνα, η [‘sterna]
στέρνα, η [‘sterna]: δεξαμενή νερού. [μσν. στέρνα < κιστέρνα (που ίσως θεωρήθηκε κι η στέρνα) < λατ. cisterna]. Και: https://ilialang.gr/γούρνα-η/
-
στενοβουρλίδα, η [stenovu’rliða]
στενοβουρλίδα, η [stenovu’rliða]: α. στενή λωρίδα χωραφιού. β. στενό παντελόνι. [< στεν(ός) –ο- βούρλ(ο) ίδα].
-
σπορίγκλα, η [spo’riŋgla]
σπορίγκλα, η [spo’riŋgla]: (για ζώα) περιττώματα διάρροιας. [σπόρ(ος) -ίγκλα].
-
σπιγκουνιά, η [spiŋgu’ɲa]
σπιγκουνιά, η [spiŋgu’ɲa]: η συκοφαντία.
-
σπέντζα, η [‘spendza]
σπέντζα, η [‘spendza]: τα μανουσάκια.
-
σουρμή, η [su’rmi]
σουρμή, η [su’rmi]: το πέρασμα. Και: https://ilialang.gr/σουρσιά-η-sursca/
-
σουγλιά, η [su’γʎa]
σουγλιά, η [su’γʎa]: α. το σούβλισμα, το τρύπημα του πετσιού με το σουγλί. β. ο ξαφνικός και περαστικός πόνος. [σουγλ(ί) -ιά].
-
σομάδα, η [so’maða]
σομάδα, η [so’maða]: α. πλάκα πέτρινη δέκα περίπου εκατοστών διάμετρο για το παιδικό παιχνίδι «σομάδες». β. ζάλη: ‘Και με έπιασε μια σομάδα που σωριάστηκα ίσα κα’. Και: https://ilialang.gr/σιομάδα-ή-σομάδα/ Και: https://ilialang.gr/σωμάρα/
-
σκουτέλα, η [sku’tela]
σκουτέλα, η [sku’tela]: η κούπα, συνήθως πήλινη. [λατ. scutella ‘πήλινη μεγάλη κούπα χωρίς χερούλι, που χρησιμοποιείται ως σκεύος φαγητού’]. Και: https://ilialang.gr/σκουτέλι-το-skuteli/
-
σκνίπα, η [‘sknipa]
σκνίπα, η [‘sknipa]: α. το έντομο σκνίψ. β. ο μεθυσμένος. [αρχ. σκνίψ ὁ, αιτ. σκνίπα μεταπλ. σε θηλ. με βάση την αιτ. και τον πληθ. ίσως κατά το μύγα]. Και: https://ilialang.gr/σαπιοκούνουπο-το-sapʝokunupo/
-
σκλήθρα, η [‘skliθra]
σκλήθρα, η [‘skliθra]: το σκλήθρο. [αρχ. κλήθρα και με ανάπτ. προτακτ. [s] από συμπροφ. με το άρθρο στη γεν. εν. και αιτ. πληθ. και ανασυλλ. [tis-kl > tiskl > tis-skl] ]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
σερβάντα, η [se’rvanda]
σερβάντα, η [se’rvanda]: έπιπλο της τραπεζαρίας. [λόγ. < γαλλ. servant(e) -α].
-
σγόρτσα, η [‘zγortsa]
σγόρτσα, η [‘zγortsa]: α. το μαδημένο δέρμα του χοιρινού. β. η βρωμιά.
-
σβουνιά, η [zvu’ɲa]
σβουνιά, η [zvu’ɲa]: η κοπριά των βοδιών. [βου-: ελνστ. βοών ‘στάβλος βοδιών΄ > βοωνία > βονία (αποφυγή της χασμ.) > βουνιά ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [v] )· σβου-: ανάπτ. προτακτ. [s] από συμπροφ. με το άρθρο στη γεν. εν. και αιτ. πληθ. και ανασυλλ. [tis-vu > tizvu > tis-zvu] ]. Και: https://ilialang.gr/σβουνιά-η-zvuna/ Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
σβάρνα, η [‘zvarna]
σβάρνα, η [‘zvarna]: εργαλείο για να τριφτούν οι σβόλοι μετά το όργωμα του χωραφιού. [μσν. σβάρνα < σλαβ. barna με ανάπτ. προτακτ. [s] από συμπροφ. με το άρθρο στη γεν. εν. και αιτ. πληθ. και ανασυλλ. [tis-va > tizva > tis-zva]]. Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html
-
ρωνιά, η [ro’ɲa]
ρωνιά, η [ro’ɲa]: η μικρή γραμμή που κάνει το νερό όταν τρέχει από την σκεπή. [ίσως από το ρέω].