Ετικέτα: ΘΗΛΥΚΟ ΓΕΝΟΣ
-
τσέρλα, η [‘tserla]
τσέρλα, η [‘tserla]: διάρροια. [τσιρλ(ώ) -α (αναδρ. σχημ.) < *τσιλώ (ανάπτ. [r] 😉 < ελνστ. τιλῶ `έχω διάρροια΄ με ισχυροπ. της άρθρ. [ti > tsi] ]. Και: https://ilialang.gr/τσερλοκοπιό-το/
-
τσερέπα, η [tse’repa]
τσερέπα, η [tse’repa]: η γάστρα. [ίσως, σλαβ. cerio].
-
τσάτσα, η [‘tsatsa]
τσάτσα, η [‘tsatsa]: η θεία.
-
τσατάλα, η [tsa’tala]
τσατάλα, η [tsa’tala]: κομμάτι ξύλου με διακλάδωση που το χρησιμοποιούσαν για άγκιστρο. [τουρκ. çatal -α].
-
τσαπέλα, η [tsa’pela]
τσαπέλα, η [tsa’pela]: το παραγινωμένο σύκο προς αποξήρανση. [ιταλ. ciambella ή βεν. zambela ‘γλυκό σε φόρμα δαχτυλιδιού΄ και συνεκδ. κάθε παρόμοιο σχήμα (αποηχηροπ. του μεσοφ. [b > p] αναλ. προς άλλες λ. με παρόμοια εναλλ.)].
-
τσαντίλα, η [tsa’dila]
τσαντίλα, η [tsa’dila]: α. αραχνοΰφαντο πανί για το σούρωμα του τυριού. β. (μτφ.) ρούχο άκομψο και κακόγουστο. [σλαβ. čedil(o) -α κατά το σακούλα].
-
τσαμπίδα, η [tsa’mbiða]
τσαμπίδα, η [tsa’mbiða]: μέρος του σταφυλιού. [μσν. τσαμπί < βεν. zambin ‘μικρή γάμπα’ (π.χ. ζώου) με αποβ. του τελικού [n] -ίδα]. Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html
-
τσακούλα, η [tʃa’kula]
τσακούλα, η [tʃa’kula]: η σακούλα, το σακούλι. [σάκ(ος) με τροπή του -σ- σε -τσ- + -ούλα].
-
τσακατούρα, η [tsaka’tura]
τσακατούρα, η [tsaka’tura]: η αχυροκαλύβα.
-
τσάγκρα, η [‘tsaŋgra]
τσάγκρα, η [‘tsaŋgra]: μονόκαννο κυνηγητικό όπλο. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o, Όπως και: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
τσαγκάδα, η [tsa’ŋgaða]
τσαγκάδα, η [tsa’ŋgaða]: η προβατίνα που δεν έχει γάλα. Βλ. επίσης: https://sarantakos.wordpress.com/2014/02/07/izabo/
-
τριφτιάδες, οι [tri’ftçaðes]
τριφτιάδες, οι [tri’ftçaðes]: τριμμένο ζυμαρικό που το ετοιμάζουμε λίγο πριν το καταναλώσουμε και συνοδεύεται με κρασί. [τρίβω < τρίφτ(ης) -ιάδες].
-
τριότα, η [tri’ota]
τριότα, η [tri’ota]: είδος παιχνιδιού. [< αρχ. ελλ. τρεῖς, τρία].
-
τριδώνα, η [tri’ðona]
τριδώνα, η [tri’ðona]: η αιμορροΐδα.
-
τραμπουζάνα, η [trambu’zana]
τραμπουζάνα, η [trambu’zana]: μεγάλη μπουκάλα που την έχουν πλέξει με ψάθα. [ιταλ. damigiana < γαλλ. dame-jeanne (περιπαιχτικό) ‘κυρία Ιωάννα΄· λόγ επίδρ. με βάση το γαλλ. τύπο]. Και: https://ilialang.gr/νταμουνζάνα-η-damunzana/ Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
τράμπα, η [‘tramba]
τράμπα, η [‘tramba]: η εμπορική συναλλαγή με ανταλλαγή προϊόντων. [τουρκ. trampa < ιταλ. (διαλεκτ.) trampa ‘εξαπάτηση΄].
-
τούρλα, η [‘turla]
τούρλα, η [‘turla]: α. (μτφ.) στη Φράση: ‘είμαι τούρλα’ (στο μεθύσι), για άνθρωπο πολύ μεθυσμένο. β. κορυφή. γ. τεντωμένο, φουσκωμένο, επίδειξη οπισθίων. [μσν. τούρλα < ελνστ. τρούλλα ‘κουτάλα, μικρό σφαιρικό αγγείο’ με μετάθ. του [r] < λατ. trulla].
-
τούρκα, η [‘turka]
τούρκα, η [‘turka]: α. η Τουρκάλα. β. (μτφ.) η σκληρή γυναίκα. [τούρκ(ος) -α].
-
τουλούπα, η [tu’lupa]
τουλούπα, η [tu’lupa]: τούφα από μαλλί ή από βαμβάκι έτοιμο για γνέσιμο: ‘Έβαλε την τουλούπα στη ρόκα της και άρχισε να γνέθει’. [αρχ. τολύπ(η) μεταπλ. -α ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [p] και του [l] )]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/956-lekseis-pou-xanontai-p-o
-
τέσα, η [‘tesa]
τέσα, η [‘tesa]: κτηνοτροφικό σκεύος για την συλλογή γάλακτος: ‘Ακούμπησε την τέσα κάτω και ξεκίνησε το άρμεγμα’.