Διαλεκτικη ποικιλια της Ηλειας
-
βασταμένος [vasta’menos]
βασταμένος, -η, -ο [vasta’menos]: (μτφ.) αυτός που κρατιέται καλά οικονομικά. [βαστά(γω) -μένος].
-
βασταγούρα, η [vasta’γura]
βασταγούρα, η [vasta’γura]: γαϊδούρι αρσενικό [ίσως, βαστ(άω) + γ(αιδ)ούρι]. (Κανελλακόπουλος). Και: https://ilialang.gr/βασταγούρι-το-vastaγuri/ Και: https://ilialang.gr/βασταγό/
-
βασταγό, το [vasta’γo]
βασταγό, το [vasta’γo]: μεγάλο ζώο, κυρίως, γαϊδούρι. (Κανελλακόπουλος). Και: https://ilialang.gr/βασταγούρι-το-vastaγuri/ Και: https://ilialang.gr/βασταγούρα-το/
-
βασιλόσυκα, τα [vasi’losika]
βασιλόσυκα, τα [vasi’losika]: ποικιλία εύγευστου σύκου [μσν. βασιλο- θ. της λ. βασιλ(εύς), βασιλ(έας) -ο- ως α’ συνθ.: μσν. βασιλο-πούλα & λόγ. < θ. της λ. βασιλ(εύς) -ο-: βασιλο-μήτωρ (δες λ.)] –ο- σύκα]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
βαριοΐσκιωτος [varʝo’iscotos]
βαριοΐσκιωτος, -η, -ο [varʝo’iscotos]: α. αυτός που δεν βλέπει τα κακά πνεύματα. β. χαρακτηρισμός για άνθρωπο βαρύ. [βαρ(ύς) -ιό- ίσκ(ιος) -ιωτος]. http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
βαρυγωμώ [variγo’mo]
βαρυγωμώ [variγo’mo]: βαρυγωμώ, δυσανασχετώ: ‘Μη βαρυγωμάς! Δεν είναι δα και κάτι το σπουδαίο!’. [<βαρυγνωμώ < βαρύ+γνωμώ]. Και: https://ilialang.gr/βαρυγγωμώ-varigomo/
-
βαρεμένος [vare’menos]
βαρεμένος, -η, -ο [vare’menos]: α. χτυπημένος από τα ξωτικά. β. ο βλάκας. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βαρέλα, η [va’rela]
βαρέλα, η [va’rela]: ξύλινο μικρό βαρέλι για νερό [μσν. βαρέλι < ιταλ. (διαλεκτ.) varrili, varrile ( [i > e] ίσως εξαιτίας των υγρών [r, l] )· βαρέλ(ι) μεγεθ. -α].
-
βάρδουλο, το [‘varðulo]
βάρδουλο, το [‘varðulo]: δερμάτινη λουρίδα γύρω από το πέλμα του υποδήματος, πάνω στην οποία προσαρμόζεται (με ράψιμο ή με κάρφωμα) η σόλα. [βεν. *vardolo (σύγκρ. ιταλ. guardolo) με τροπή [o > u] από επίδρ. του [l]]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βαρδουλιάζω [varðu’ʎazo]
βαρδουλιάζω [varðu’ʎazo]: ερεθισμός του δέρματος μετά από τσίμπημα ή επαφή με κτ. [βουρδουλιάζω < βουρδουλ(ιά) -ιάζω]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
βαρδάρι, το [va’rðari]
βαρδάρι, το [va’rðari]: α. το ξύλο του μύλου που ακουμπούσε στην μυλόπετρα για να προκαλέσει την τροφοδοσία. β. Ο βάτραχος [ηχομιμ.]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βάρδα [‘varða]
βάρδα [‘varða] (επιφ.): α. λέγεται για να επιστήσουμε την προσοχή σε κπ., να τον προειδοποιήσουμε για κάποιον κίνδυνο· πρόσεχε!, φυλάξου!, μακριά!: ‘Βάρδα από κακιά αρρώστια’. β. φουρνέλο [βεν. varda ‘πρόσεχε΄, προστ. του vardar].
-
βαρβατσέλι, το [varva’tseli]
βαρβατσέλι, το [varva’tseli]: το αρσενικό που έχει ερωτικές ορμές. [λατ. barbatus ‘που έχει γένια (barba)΄ -τσέλι]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βαρβατσέλα, η [varva’tsela]
βαρβατσέλα, η [varva’tsela]: βαρβατίλα. [λατ. barbatus ‘που έχει γένια (barba)΄ -τσέλα]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βαρβατεύω [varva’tevo]
βαρβατεύω [varva’tevo]: βρίσκομαι σε σαρκικό έρωτα. [ελνστ. βαρβᾶτος -εύω < λατ. barbatus ‘που έχει γένια (barba)΄ (δηλ. όχι ευνούχος)]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βαντάκα, η [va’ndaca]
βαντάκα, η [va’ndaca]: η βαλίτσα [ίσως, vado]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
-
βαλμάς, ο [va’lmas]
βαλμάς, ο [va’lmas]: αυτός που επιστρέφει τα άλογα στο αλώνι [βαλμάς ‘αυτός που ασχολείται με τα άλογα’ (12.(;) αι., LBG, ΙΛ) ως ουσ. Η λ. στο Meursius]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βάλμα βαλμά [‘valma va’lma]
βάλμα βαλμά [‘valma va’lma]: παιχνίδι που παίζεται σε κύκλο και ο ένας κυνηγά τον άλλον πιασμένοι, μεταξύ τους, από μια λωρίδα. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i
-
βακρέσια, η [va’kresça]
βακρέσια, η [va’kresça]: προβατίνα με μπαλώματα στο μέτωπό της. (Κανελλακόπουλος).
-
βακέτα, η [va’keta]
βακέτα, η [va’keta]: α. το κατεργασμένο δέρμα. β. (μτφ.) περιποιημένη γυναίκα. [βεν. vacheta (ιταλ. vacchetta)]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i Και: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf
Έχετε κάποιες προτάσεις βιβλίων;