Διαλεκτικη ποικιλια της Ηλειας

  • θηκάρι, το [θi’kari]

    θηκάρι, το [θi’kari]: θήκη ξίφους ή μαχαιριού. [μσν. θηκάρι(ν) < ελνστ. θηκάριον υποκορ. του αρχ. θήκ(η) -άριον > -άρι]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θέρμη, η [‘θermi]

    θέρμη, η [‘θermi]: πυρετός. [αρχ. θέρμη]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θερμαίνομαι [θe’rmenome]

    θερμαίνομαι [θe’rmenome]: κρυώνω. [< αρχ. θερμαίν(ω) -ομαι]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θεριστής, ο [θeri’stis]

    θεριστής, ο [θeri’stis]: α. αυτός που θερίζει με δρεπάνι. β. ο Ιούνιος [αρχ. θεριστής]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θεριό, το [θe’rʝo]

    θεριό, το [θe’rʝo]: α. θηρίο. β. δυνατός. [μσν. θεριό < αρχ. θηρίον με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. και τροπή του άτ. [ir > er]]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θεριακωμένος [θerʝako’menos]

    θεριακωμένος, -η, -ο [θerʝako’menos]: πολύ δυνατός. [θερι(ό) –α- κ(αμ)ωμένος]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θεοβούνι, το [θeo’vuni]

    θεοβούνι, το [θeo’vuni]: (μτφ.) το μεγάλο λιθάρι. [θε(ός) – ο – βουνί(ον)]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θεμωνιάζω [θemo’ɲazo]

    θεμωνιάζω [θemo’ɲazo]: κάνω τα δεμάτια των σιτηρών ή του χόρτου θημωνιά ή θημωνιές. [μσν. θημωνιάζω < θημωνι(ά) -άζω]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θεμωνιά, η [θemo’ɲa]

    θεμωνιά, η [θemo’ɲa]: σωρός από δεμάτια σιτηρών ή χόρτου ο οποίος, χάρη στο κατάλληλο σχήμα του και στη σωστή τοποθέτησή του, μπορεί να διατηρηθεί αρκετό χρονικό διάστημα στο ύπαιθρο, όλος ο σωρός των χερόβολων και δεματιών της καλλιέργειας των σταχιών: ‘Έστεκαν οι θεμωνιές στ’ αλώνι’. [μτγν. ουσ. θημωνιά]. Και: https://ilialang.gr/θημωνιά-η-θimoɲa/    

  • θελυκώνουμαι [θeli’konume]

    θελυκώνουμαι [θeli’konume]: κουμπώνομαι. [θηλυκών(ω) -ουμαι με τροπή η σε ε]. Και: https://ilialang.gr/θηλυκώνω-θilikono-ομαι/ Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θελός [θe’los]

    θελός, -η, -ο [θe’los]: θολός. [θολός με τροπή του ο σε ε]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf Και: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θελά [θe’la]

    θελά [θe’la]: θα ήθελα: ‘Θελά πάω στο χωριό’. Και: https://ilialang.gr/θαλά-θala/

  • θαρρώ [θa’ro]

    θαρρώ [θa’ro]: έχω τη γνώμη, την πεποίθηση· νομίζω, πιστεύω: ‘Θαρρώ πως έχεις δίκιο’. [μσν. θαρρώ (στη σημερ. σημ.) < αρχ. θαρρῶ ‘έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη σε κτ., πιστεύω΄]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • θανατικό, το [θanati’ko]

    θανατικό, το [θanati’ko]: το θανατικό: ‘Έπεσε θανατικό’. [μσν. θανατικόν ουσιαστικοπ. ουδ. του ελνστ. επιθ. θανατικός]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θάμα, το [‘θama]

    θάμα, το [‘θama]: θαύμα. [αρχ. ουσ. θαύμα]. Και: https://ilialang.gr/θάγμα-θάμα-το/

  • θαλπώνω [θa’lpono]

    θαλπώνω [θa’lpono]: κουράζομαι από την πολλή συγκέντρωση σε ένα αντικείμενο. [αρχ. θαλπ(ώ) –ώνω]. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • θάγμα, το [‘θαγma]

    θάγμα, το [‘θaγma]: θαύμα. [αρχ. ουσ. θαύμα < θάγμα]. Και: https://ilialang.gr/θάμα-το/ Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • ηύρα [‘ivra]

    ηύρα [‘ivra]: αορ. του βρίσκω. Βλ. επίσης: http://lyk-varth.ilei.sch.gr/wp-content/uploads/2015/11/project-lykvarth-2011-iliaki-dialektos.pdf

  • ήρθε ήρθε [‘irθe]

    ήρθε ήρθε [‘irθe]: στην Φράση: ‘Ήρθε ήρθε κι έγινε το καλαμπόκι’. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

  • ημιπληγία, η [imipli’γia]

    ημιπληγία, η [imipli’γia]: εγκεφαλικό: ‘Τον βάρεσε ημιπληγία και δεν μπορεί να περπατήσει’. [λόγ. < μσν. ημιπληγία < ελνστ. ἡμιπληγ(ής) ‘μισοχτυπημένος΄ -ία]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/954-lekseis-pou-xanontai-a-i

Έχετε κάποιες προτάσεις βιβλίων;