Διαλεκτικη ποικιλια της Ηλειας
-
νεροσφαγδάκλι, το [nerosfa’rðakli]
νεροσφαγδάκλι, το [nerosfa’rðakli]: αυτός που πίνει πολύ νερό . [νερ(ό) –ο- + σφαρδάκλι (άγνωστης προέλευσης)].
-
νεροπούλι, το [nero’puli]
νεροπούλι, το [nero’puli]: είδος υδρόβιου πουλιού. [νερο- + πουλ(ί) -ι].
-
νέθω [‘neθo]
νέθω [‘neθo]: γνέθω. [(γ)νέθω].
-
μωρ’γιάραχνη, η [mor’jaraxni]
μωρ’γιάραχνη, η [mor’jaraxni]: μαύρη, κακομοίρα. [μωρ(ή) αρχ. ἀράχνη].
-
μυλόπετρα, η [mi’lopetra]
μυλόπετρα, η [mi’lopetra]: καθεμιά από τις δύο κυλινδρικές πλάκες που χρησιμοποιούσαν στο μύλο για το άλεσμα των σιτηρών: ‘Πέτρινη μυλόπετρα’. [μύλ(ος) -ο- + πέτρα].
-
μυλαύλακο, το [mi’lavlako]
μυλαύλακο, το [mi’lavlako]: αυλάκι που οδηγεί το νερό στο μύλο. [μύ(λος) αυλάκ(ι) –ο].
-
μπρούκλης, ο [‘bruklis]
μπρούκλης, ο [‘bruklis]: (μτφ.) ο ξενιτεμένος κουβαρντάς. [Μπρούκλ(ιν) -ης].
-
μπροστινέλα, η [brosti’nela]
μπροστινέλα, η [brosti’nela]: η ζώνη του στήθους που κρατάει το σαμάρι. [μσν. μπροστέλα < εμπροστέλα με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < εμπροστ(ά) -έλα (ιταλ. υποκορ. επίθημα) ή < σλαβ. *prestela (πρβ. βουλγ. prestilka ‘ποδιά΄) παρετυμ. μπροστά· παρετυμ. μπροστινός].
-
μπραζέρης, ο [bra’zeris]
μπραζέρης, ο [bra’zeris]: α. μουσαφίρης. β. στενός φίλος. Πηγή: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/955-lekseis-pou-xanontai-k-o
-
μπουχλάμι [bu’xlami]
μπουχλάμι [bu’xlami]: (επιρρ. τροπικό) φτάνει πια: ‘Μπουχλάμι σ’έχω’ (μου κάθεσαι στο στομάχι).
-
μπουχάω [bu’xao]
μπουχάω [bu’xao]: ραντίζω, καταβρέχω με υγρό. [μπουχ(ός) -άω < σλαβ. puh -ός κατά το κουρνιαχτός (ηχηροπ. του αρχικού [p > b] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-p > tomb > tom-b] )]. Και: https://ilialang.gr/μπουχίζω-buxizo/
-
μπούφλα, η [‘bufla]
μπούφλα, η [‘bufla]: χτύπημα από την ανάποδη της παλάμης: ‘Θα φας μπούφλα’. [ίσως, ηχομιμητική].
-
μπουρτζόβλαχος, ο [bur’dzovlaxos]
μπουρτζόβλαχος, ο [bur’dzovlaxos]: (μειωτ.) αγροίκος, απολίτιστος άνθρωπος. [μπούρτζ(ι) -ο- + βλάχος, ίσως από την έννοια ‘καστροφύλακας΄].
-
μπουρμπούτσελο, το [bur’butselo]
μπουρμπούτσελο, το [bur’butselo]: το άγουρο κορόμηλο.
-
μπούρμπουνας, ο [‘burbunas]
μπούρμπουνας, ο [‘burbunas]: σκαθάρι το οποίο βρίσκεται στις ακαθαρσίες ζώων.
-
μπουμπουγέρια, τα [bubu’γerʝa]
μπουμπουγέρια, τα [babu’γerʝa]: τα μαμούνια: ‘Το φαί είναι γεμάτο μπουμπουγέρια’.
-
μπουρλιάζω [bu’rʎazo]
μπουρλιάζω [bu’rʎazo]: φοράω.
-
μπουρδούκλωμα, το [bu’rðukloma]
μπουρδούκλωμα, το [bu’rðukloma]: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπουρδουκλώνω. [μπουρδουκλώ(νω) -μα].
-
μπούρδα, η [‘burða]
μπούρδα, η [‘burða]: α. λόγος ανόητος, ψευδής ή γενικά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. β. η λινάτσα. [ισπαν. burda ‘χοντροκομμένη΄, ‘αδέξιο ψέμα΄].
-
μπουμπουνοκέφαλος [bubuno’kefalos]
μπουμπουνοκέλαφος [bubuno’kefalos]: βλάκας, ανόητος. [ίσως ηχομιμ. πιθ. συνδ. με μπουμπουν(ίζω) -ας (αναδρ. σχημ.) κεφάλ(ι) -ος].
Έχετε κάποιες προτάσεις βιβλίων;