Διαλεκτικη ποικιλια της Ηλειας

  • νέμα, το [‘nema]

    νέμα, το [‘nema]: το νήμα. [νήμα]. Όπως και: https://ilialang.gr/γνέμα-το/

  • νάκα, η [‘naka]

    νάκα, η [‘naka]: πρόχειρη κούνια μωρού φτιαγμένη από ένα πανί και δυο ραβδιά. [αρχ. νάκ(η) -α].

  • μώρα, η [‘mora]

    μώρα, η [‘mora]: προσωρινή έλλειψη αντίληψης. [αρχ. μωρ(ός) -α]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/955-lekseis-pou-xanontai-k-o

  • μυριστικό, το [miristi’ko]

    μυριστικό, το [miristi’ko]: αναφέρεται σε οποιοδήποτε αρωματικό φυτό (ρίγανη, θρούμπη, μαϊντανός, μάραθος, μακεδονήσι κ.λπ.). [μυρισ- (μυρίζω) -τικό].

  • μπροστέλα, η [bro’stela]

    μπροστέλα, η [bro’stela]: η ποδιά της νοικοκυράς. [μσν. μπροστέλα < εμπροστέλα με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < εμπροστ(ά) -έλα (ιταλ. υποκορ. επίθημα) ή < σλαβ. *prestela (πρβ. βουλγ. prestilka ‘ποδιά’) παρετυμ. μπροστά· παρετυμ. μπροστινός]. Όπως και: https://ilialang.gr/μπροστομούνι-το-brostomuɲi/ Και: https://ilialang.gr/μπροστομούνα-η-brostomuna/

  • μπριστούρα, η [bri’stura]

    μπριστούρα, η [bri’stura]: η κοιλιά.

  • μπρίσκαλο, το [‘briskalo]

    μπρίσκαλο, το [‘briskalo]: το άγουρο σύκο: ‘Αυτό είναι τελείως μπρίσκαλο’. Και: https://ilialang.gr/πρίσκαλο/

  • μπρισίμι, το [bri’simi]

    μπρισίμι, το [‘brisimi]: μεταξωτή κλωστή. [τουρκ. ibrişim ‘μπρισίμι’ -ι]. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/955-lekseis-pou-xanontai-k-o

  • μπουχός, ο [bu’xos]

    μπουχός, ο [bu’xos]: α. μεγάλη ποσότητα από: 1. σκόνη που αιωρείται· κουρνιαχτός. 2. υδρατμούς. β. φεύγω τρέχοντας: ‘Έγινε μπουχός’ [σλαβ. puh -ός κατά το κουρνιαχτός (ηχηροπ. του αρχικού [p > b] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-p > tomb > tom-b] )]. Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html

  • μπουχίζω [bu’xizo]

    μπουχίζω [bu’xizo]: ραντίζω, καταβρέχω με υγρό. [μπουχ(ός) -ίζω < σλαβ. puh -ός κατά το κουρνιαχτός (ηχηροπ. του αρχικού [p > b] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-p > tomb > tom-b] )]. Όπως και: https://ilialang.gr/μπουχάω-μπουχίζω/ Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html

  • μπούσουλας, ο [‘busulas]

    μπούσουλας, ο [‘busulas]: ναυτική πυξίδα. [μσν. μπούσουλας < μπούσουλα η (μεταπλ. με βάση την αιτ.) αντδ. < ιταλ. bussola ( [o > u] από προχωρ. αφομ. [u-o > u-u] ή από επίδρ. του [l] ) < υστλατ. buxida < ελνστ. πυξίδα, αιτ. της λ. πυξίς, δες και πυξίδα].

  • μπουρούκι, το [bu’ruki]

    μπουρούκι, το [bu’ruki]: χαλασμένο σιδεροκούτι: ‘Είναι μπουρούκι, τι το θες;’ (είναι χαλασμένο, τι να το κάνεις;).

  • μπουρμπούτσαλα, τα [bu’rbutsala]

    μπουρμπούτσαλα, τα [bu’rbutsala]: τα ανάξια λόγου, τα χωρίς ουσία λόγια και έργα: ‘Ούλο μπουρμπούτσαλα μας λέει ο δήμαρχος’. [ίσως βεν. barbuzzal ‘μικρή μάσκα στο μέτωπο ηθοποιού’ -α]. Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html

  • μπουρμπούλι, το [bu’rbuli]

    μπουρμπούλι, το [bu’rbuli]: το νερόβραστο. [ίσως, ηχομιμ.].

  • μπουράματα, τα [bu’ramata]

    μπουράματα, τα [bu’ramata]: οι ακαθαρσίες από τα εντόσθια των σφαχτών.

  • μπουμπούσι, το [bu’mbusi]

    μπουμπούσι, το [bu’mbusi]: μεγάλο έντομο με άσχημη όψη. Βλ. επίσης: https://www.antroni.gr/paradosi/glossari/955-lekseis-pou-xanontai-k-o

  • μπουμπούνας, ο [mbu’mbunas]

    μπουμπούνας, ο [mbu’mbunas]: α. ο βαθύς ήχος. β. ο ανόητος, ο άμυαλος. [ίσως, μπουμπουν(ίζω) -ας (αναδρ. σχημ.)].

  • μπούλμπερη, η [‘bulberi]

    μπούλμπερη, η [‘bulberi]: σκόνη. ‘Έγιναν όλα στάχτη και μπούλμπερη’. [μσν. πούλβερ(ις) -η < ιταλ. polver(e) -η κατά το σκόνη ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [p] και του [l] )].

  • μπούλα, η [‘bula]

    μπούλα, η [‘bula]: ο μεταμφιεσμένος τις αποκριές. [αλβ. bullë, βουλγαρικό bula].

  • μπουκούνι, το [bu’kuni]

    μπουκούνι, το [bu’kuni]: κομμάτι ψωμιού στο μέγεθος όσο χωράει το στόμα ενός ανθρώπου. [βεν. bocon ‘μπουκιά’ -ι]. Βλ. επίσης: http://androni.blogspot.com/2013/06/blog-post.html

Έχετε κάποιες προτάσεις βιβλίων;