λιάστρα, η [‘ʎastra]: συνήθως το αλώνι, το προσηλιακό μέρος που τοποθετούν το καλοκαίρι διάφορα φαγώσιμα για αποξήρανση. [λιά(ζω) -στρα].
λιάστρα, η [‘ʎastra]
από
Ετικέτες:
λιάστρα, η [‘ʎastra]: συνήθως το αλώνι, το προσηλιακό μέρος που τοποθετούν το καλοκαίρι διάφορα φαγώσιμα για αποξήρανση. [λιά(ζω) -στρα].
από
Ετικέτες:
Αφήστε μια απάντηση